Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

“Έρευνα Απολαβών” που διενεργεί η Στατιστική Υπηρεσία και η προστασία Προσωπικών Δεδομένων


“Έρευνα Απολαβών” που διενεργεί η Στατιστική Υπηρεσία και η προστασία Προσωπικών Δεδομένων


Το Γραφείο μου λαμβάνει συχνά παράπονα/καταγγελίες/ερωτήματα, από Επιχειρήσεις/Εταιρείες και από φυσικά πρόσωπα, αναφορικά με το αίτημα που λαμβάνουν από τη Στατιστική Υπηρεσία, για συμπλήρωση του εντύπου “Έρευνα Απολαβών για το 2018”, το οποίο αφορά στους εργοδοτουμένους τους (φυσικά πρόσωπα).

Τα παράπονα/καταγγελίες/ερωτήματα εστιάζονται κυρίως στο κατά πόσο τα στοιχεία που ζητούνται στο εν λόγω έντυπο και αποτελούν προσωπικά δεδομένα των εργοδοτουμένων, αν ζητούνται νόμιμα ή αν η κοινοποίησή τους είναι καταχρηστική ή αν παραβιάζει τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων ή αν αντιβαίνει στις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του Νόμου 125(Ι)/2018.

Η εν λόγω Έρευνα διεξάγεται δυνάμει του Κανονισμού 530/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Κανονισμού 1738/2005 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στον οποίο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την έρευνα, στο Παράρτημα Ι (Κατάλογος Μεταβλητών), καθώς και του περί Στατιστικής Νόμου του 2000 (15(Ι)/2000), άρθρο 11.

Το δικαίωμα της Υπηρεσίας για εξασφάλιση των ζητηθέντων στοιχείων από τον εργοδότη, διενεργείται στα πλαίσια της “Έρευνας Απολαβών” που διεξάγει η Υπηρεσία, που σκοπό έχει τη συλλογή στοιχείων για τη διάρθρωση των απολαβών των υπαλλήλων σε όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εξαγωγή αναλυτικών και συγκρίσιμων πληροφοριών για τη σχέση που υπάρχει μεταξύ του επιπέδου των απολαβών των υπαλλήλων στην Κύπρο και στις υπόλοιπες χώρες-μέλη.

Με βάση τα ανωτέρω, θεωρώ ότι, προκειμένου να διεξαχθεί η εν λόγω έρευνα από την αρμόδια αρχή, είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα στοιχεία που αναφέρονται στο έντυπο. Η νομιμότητα μιας επεξεργασίας, προβλέπεται από το άρθρο 6.1.(γ) του νέου Κανονισμού 2016/679 που προνοεί ότι:
Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: -η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια του ανωτέρω άρθρου και, ως εκ τούτου, η λήψη από την Υπηρεσία των ζητηθέντων στοιχείων από τον Εργοδότη, είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κανονισμού.

Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, όσον αφορά στα ζητηθέντα στοιχεία προς συμπλήρωση του εντύπου, δεν ζητείται η καταγραφή των ονομάτων των εργοδοτουμένων. Το μόνο στοιχείο που θεωρήθηκε, ενδεχομένως, ως υπερβολικό, το οποίο δεν εξυπηρετεί το σκοπό της έρευνας και ταυτοποιεί τα υπόλοιπα στοιχεία του εντύπου με τα άτομα/εργοδοτούμενους, είναι η αναγραφή του αριθμού Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Α.Κ.Α.), στοιχείο που δεν αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού 1738/2005.

Επειδή, όπως ενημερώθηκα από την Υπηρεσία, δεν υπάρχει κάποιος λόγος για την καταγραφή του Α.Κ.Α., απλά ζητείται για το σκοπό της, εκ των υστέρων, λήψεως δείγματος κάποιων υπαλλήλων/λήψης κάποιων περιπτώσεων, για να γίνει μελέτη και εξαγωγή συμπερασμάτων, αφού είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των στοιχείων όλων των υπαλλήλων.

Για το λόγο αυτό, όπως επισημάνθηκε και στην Υπηρεσία, ο σκοπός μπορεί να επιτευχθεί και με την καταγραφή στο έντυπο ενός κωδικού αριθμού για κάθε υπάλληλο, αντί του Α.Κ.Α.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι, οι εργοδότες νομιμοποιούνται να προχωρούν στη συμπλήρωση του εντύπου με τη χρήση κωδικών για τους υπαλλήλους τους, αντί για Α.Κ.Α.

Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαΐδου
Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων
Προσωπικού Χαρακτήρα


28/5/2019

Back To Top